βάρ\<υ\>κα

βάρ\<υ\>κα
Meaning: αἰδοῖον παρὰ Ταραντίνοις. καὶ περόνη H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: V. Blumenthal Hesychst. 10f., Illyrian-Messapisch to Lat. feriō, forō, φάρυγξ etc.; completely uncertain. Comparing the suffix (Lat. verrūca) is useless, as the -u- is a conjecture (on the basis of the word order).
Page in Frisk: 1,221

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Удвоение — или редупликация (лат. reduplicatio) особый вид образования корней или основ при помощи повторения корня или сложения его с самим собою. У. свойственно всем языкам и встречается также на первых ступенях онтогенетического развития языка в детском… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Popoluca — Popoloca bzw. Popoluca ist eine Nahuatl Bezeichnung für verschiedene indigene Völker Mexikos, die kein Nahuatl sprechen. Inhaltsverzeichnis 1 Ursprung der Bezeichnung 2 So bezeichnete Ethnien 3 Einzelnachweise …   Deutsch Wikipedia

  • BAR-JONA — I. BAR JONA unum ex tribus nominibus Petri Apostoli, quem Trinomium propterea vocat Petrus Blesensis Serm. 26. quae sunt, Simon, Bar Ionn et Petrus: occurtit Matthaei, c. 16. v. 17.Μακάριος εἶ Σίμων Βὰρ Ιωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -ίδι — (I) υποκορ. κατάλ. τής Νέας Ελληνικής που προήλθε από την αρχ. και μσν. κατάλ. ίδιον, πρβλ. βο ΐδιον >βό (ϊ)δι, παιχν ίδιον > παιχν ίδι, βαρ ίδιον > βαρ ίδι, δακτυλ ίδιον > δακτυλ ίδι κ.ά. Η κατάλ. ίδιον αποτελεί παρεκτεταμένη μορφή… …   Dictionary of Greek

  • Προβηγκία — (Provence). Ιστορική περιοχή της νοτιοανατολικής Γαλλίας και αρχαία επαρχία του βασιλείου πριν από τη Γαλλική επανάσταση. Σήμερα διαιρείται στους νομούς Μπους ντι Ρον, Βαρ, Άλπεων της Άνω Π., Παραθαλάσσιων Άλπεων και περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα του …   Dictionary of Greek

  • Aramaic of Jesus — Most scholars believe that historical Jesus primarily spoke Aramaic, [cite encyclopedia|encyclopedia=The Eerdmans Bible Dictionary|title=Aramaic|quote=It is generally agreed that Aramaic was the common language of Palestine in the first century A …   Wikipedia

  • Liste griechischer Wortstämme in deutschen Fremdwörtern — Griechische Wortstämme sind im Deutschen überwiegend in Fachausdrücken zu finden, die entweder direkt dem Griechischen entstammen oder Neubildungen sind. Von einer begrenzten Anzahl dieser Wortstämme wurden und werden zahlreiche wissenschaftliche …   Deutsch Wikipedia

  • αναδιπλασιασμός — (Γραμμ.).Η επανάληψη στην αρχή των ονοματικών και κυρίως των ρηματικών θεμάτων ενός ή περισσότερων φθόγγων ή ακόμη και ολόκληρης συλλαβής για να τονιστεί η έννοια της λέξης ή για να φανεί η διάρκεια και το τετελεσμένο της πράξης που σημαίνεται με …   Dictionary of Greek

  • βάρβαρος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται στις 6 Μαΐου. 2. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό, πιθανώς μαζί με τους Αλέξανδρο, Ακόλουθο και Μάξιμο. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Μαΐου. 3. Ο όσιος ο μυροβλήτης. Κατά τον… …   Dictionary of Greek

  • ελαφρός — ή, και ά, και ιά, ό και αλαφρός, ιά, ό και αλαφριός, ά, ό και ελαφρύς, ιά, ύ και αλαφρύς, ιά, ύ (AM ἐλαφρός, ά, όν και ἐλαφρός, όν) Ι. 1. αυτός που ἔχει μικρό βάρος 2. (για ενδύματα, σκεπάσματα, υφάσματα κ.λπ.) λεπτός, κατάλληλος λόγω υλικού και… …   Dictionary of Greek

  • κιρσουλκός — κιρσουλκός, ὁ (Α) χειρουργικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιούνταν κατά την κιρσουλκία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κιρσός + ουλκός (< ὁλκή ή ὁλκός < ἕλκω), πρβλ. βαρ ουλκός, εμβρυ ουλκός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.